Περισσότερα... »
skip to content
Argolida Blogs » Κείμενα και Ζωή | |||
|
Όλα τα blogs του Ναυπλίου και του νομού Αργολίδας με μια ματιά |
Pass Free Internet με Extra! *ΝΕΟΣ* αριθμός: 899 300 300 300 Username: pass Password: free Δωρεάν Μουσική, SMS, WebVoice κ.α. | ||
30017 άρθρα από 84 πηγές
Aa - Zz
(10369)
Αα - Ωω
(19648)



Στο χωριό υπάρχουν δύο εκκλησίες. Τώρα άρχισαν να χτίζουν και μια τρίτη, καινούργια εκκλησία. Μεγάλη. Ρίξανε τα μπετά. Το οικοδόμημα προβλέπεται να γίνει τεράστιο και λαμπρό.
Στο χωριό πάρχει και σχολείο. Δημοτικό. Τετραθέσιο. Το σχολείο μετά από πολλές ενέργειες ετών κατάφερε να πάρει και μια λυόμενη αίθουσα, για να τρώνε εκεί τα παιδιά και όχι να γεμίζουν ψίχουλα τα θρανία τους. Το σχολείο, βλέπετε, είναι ολοήμερο και τα παιδιά γευματίζουν εκεί.
Η εκκλησία διενεργεί εράνους. Πρώτα έκανε έρανο για τις αγιογραφίες στην κεντρική εκκλησία, τώρα για το χτίσιμο της καινούργιας. Κάνει εράνους και για το ραδιοφωνικό της σταθμό στην πρωτεύουσα. Η αγιογράφηση της παλιάς εκκλησίας κρατάει χρόνια και θα κρατήσει πολλά ακόμα. Πρέπει, λένε, να αγιογραφηθεί όλη, να μη μείνει εκατοστό χωρίς χρώμα. Αλλά, να μη γελιόμαστε: και η παλιά εκκλησία, καινούργια είναι.
Δεν μπορώ να φανταστώ πόσα χρήματα θα έχουν φύγει μέχρι τώρα ούτε πόσα θα φύγουν ακόμα για την καινούργια.
Το δημοτικό, ολοήμερο, μόλις και κατάφερε να πάρει ένα λυόμενο για τραπεζαρία. Το είπαμε. Προσπαθεί να αγοράσει και λίγα μέτρα από διπλανό οικόπεδο. Ο ιδιοκτήτης το πουλάει, αλλά λεφτά δεν υπάρχουν ούτε στον ευρύτερο δήμο ούτε αλλού. Έτσι, λίγο να μεγάλωνε και το προαύλιο. Αλλά δεν...
Σκέφτομαι τον Κοραή. Τον Διαμαντή. Και τον Παπατρέχα του. Αλλά δεν.

ομότεχνός του; Κι αυτές οι φράσεις του Εμπειρίκου, όταν θέλει να δώσει κουράγιο στον Εγγονόπουλο να συνεχίσει το έργο του χωρίς να δίνει σημασία σε όσους τον κυνηγούν, στους ανωφελείς κώνωπας, πάνε περίπατο. Δεν πρόκειται να τις διαβάσει μπροστά στους ιερείς. Τέτοιες λέξεις!
καμιά υποχρέωση, χωρίς να θέλουν να πουλήσουν εκδούλευση. Και μετά το πέρας της ομιλίας ανταλλάσσουν μια θερμή –και όχι τυπική- χειραψία, λένε μια ζεστή κουβέντα. Ή φεύγουν στα γρήγορα χωρίς χαιρετούρες, κοιτάζοντας το ρολόι τους.
συνηθιζόταν τότε. Απ’ αυτά δε θυμάμαι τίποτα. Κάποιες λίγες εικόνες έχω και από τον οδοντωτό. Αυτό που μου καρφώθηκε όμως στο μυαλό ανεξίτηλα είναι ότι από τα Καλάβρυτα αγοράσαμε όλοι από μια μαγκούρα. Οι μεγάλοι μεγάλη, σαν αυτές που κρατούν οι τσελιγκάδες, εγώ ο μικρός μικρή, σαν αυτές που κρατούν οι γέροντες. Σπάραζα στο κλάμα. Ήθελα κι εγώ μεγάλη. «Δε θέλω μικρή, τι να την κάνω τη μικρή. Είμαι μεγάλος πια, μεγάλη θέλω». Τους έβγαλα την πίστη. Τελικά στην εν λόγω φωτογραφία εγώ κρατώ μεγάλη μαγκούρα –διπλάσια από το μπόι μου- κι η γιαγιά Διαμάντω τη δική μου, τη μικρή.
Ήταν τρομακτικές οι αλλαγές που συντελέστηκαν την τελευταία εικοσαετία του περασμένου αιώνα σε όλους του τομείς κι ακόμη πιο τρομακτικές φαίνονται οι αλλαγές που προετοιμάζονται για τα επόμενα χρόνια του αιώνα μας. Τόσο πολλές και τόσο βαθιές που η δεκαετία του ’60 π.χ. αλλά και αυτή ακόμη η δεκαετία του ’70 απομακρύνθηκαν και δε διακρίνονται πλέον “δια γυμνού οφθαλμού”. Αλλαγές που αχρήστεψαν τα βιβλία της γεωγραφίας, τις διάφορες σπιτικές εγκυκλοπαίδειες, τους οδηγούς μαγειρικής, τους παλιούς γεωφυσικούς και πολιτικούς μας χάρτες, αλλαγές που έκαναν περιττό το παλιό καλό ξεκοκάλισμα της πρωινής μας εφημερίδας, που έκαναν ακόμη πιο περιττή τη βόλτα στο δρόμο με την παρέα ή με το κορίτσι, αλλαγές που έκαναν και τη γλώσσα μας ακόμη, αυτή που βρήκαμε “στις αμμουδιές του Ομήρου”, τα ελληνικά, “σαν ελληνικά πια να μη μοιάζουν”. Αλλαγές στα ήθη και τις συνήθειες. Ο άνθρωπος κλείστηκε στον εαυτό του κι αδιαφόρησε για το συνάνθρωπο, για τον τόπο, για τον κόσμο. Άρχισε, μπροστά στις τόσες κοροϊδίες που του έτυχαν, να μην πιστεύει πια κανέναν και τίποτα, να μην πιστεύει ούτε κι αυτήν ακόμη την αλήθεια τις λίγες φορές που του παρουσιάζεται. Άλλωστε το διακηρύττει: από μια ψεύτικη αλήθεια προτιμά μια αληθινή ψευτιά.
.
Υπάρχει άραγε κάτι σ’ αυτό τον κόσμο, που να του ανήκει; Που να του ανήκει αποκλειστικά, εννοώ;
ιστήμιο έγραψε με δανεικό στυλό, σε τετράδιο που του έδωσαν εκείνη τη στιγμή, κάποια θέματα στα αρχαία, που λίγο πριν μπει στην αχανή αίθουσα άκουσε να μελετούν και να λένε η μια στην άλλη δυο κοπέλες (οι οποίες, παρεμπιπτόντως, δεν πέρασαν στη σχολή). Στην έκθεση χρησιμοποίησε κάποιες σκέψεις που την προηγούμενη μέρα είχε διαβάσει σε μια παλιοφυλλάδα που του είχα δανείσει, ενώ στην ιστορία αντέγραψε στις τουαλέτες από ένα παραπεταμένο βρώμικο βιβλίο που βρέθηκε τυχαία εκεί, όταν πήγε προς νερού του.
Ωραία πέρασαν οι γιορτές. Φάγαμε γαλοπούλα προς 6,99 ευρώ το κιλό (πού να ήξερα ότι το Καρφούρ θα τις πουλάει 1,99 το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων), πήγαμε με τα παιδιά βόλτα στην πλατεία Συντάγματος και στην πλατεία Κοτζιά στην Αθήνα, αγοράσαμε ζαχαρωτά και καραμέλες με 42 ευρώ, πήραμε κάστανα ενάμισι ευρώ το ένα, είδαμε στην τηλεόραση όλες τις επαναλήψεις και τις εμπεδώσαμε επιτέλους, χορέψαμε με τον Παπαδόπουλο και με τον άλλον, αυτόν που τσευδίζει (Παυλόπουλος λέγεται;), φάγαμε την τριαντατετράχρονη του Ζαχόπουλου στη μούρη όλες τις μέρες, μετά προστέθηκε κι ο πενηντατριάχρονος (άκουσα ότι θα μπουν κάποια τέλη αυτοκτονίας τέλος πάντων), πήγαμε και απ’ το μολλ, ωραία όλα και μεγάλα στολισμένα, εμείς για τη Φνακ πηγαίναμε, να δούμε και να αγοράσουμε βιβλία και δίσκους, αλλά μας έφυγαν τα χρήματα σε κάτι μπότες, φουλάρια, ένα σακάκι και δυο τρία εσώρουχα, τη Φνακ δεν προλάβαμε να την επισκεφτούμε, ίσως τα επόμενα Χριστούγεννα να ’μαστε καλά, αγοράσαμε και μια κινέζικη τηλεόραση μέιντ ιν γιούροπ για το εξοχικό, ορίτζιναλ μαϊμού, πήραμε κι ένα σωρό μπιχλιμπίδια άχρηστα, απ’ αυτά που τα καταπίνει το μωρό και σε κάνει να τρέχεις λαχανιασμένος στα νοσοκομεία μέρες που είναι, ο πεζόδρομος της Ερμού πάντα υπέροχος και μ’ ένα δικό του χρώμα, τέτοιο χρώμα που μόνο στις πόλεις του εξωτερικού μπορείς να βρεις, αλλά ατυχήσαμε, γιατί στο Ζάρα είχαν φύγει όλα τα μεγάλα νούμερα κι έτσι δε βρήκαμε παντελόνι και πουλόβερ, δεν πειράζει, θα επανέλθουμε με τις εκπτώσεις, ένας τρελός στο δρόμο κέρναγε Σαμπάνια, δεν καταλάβαμε ότι ήταν τζάμπα και δεν πήραμε, προσπαθήσαμε να δούμε και ένα θέατρο, δεν τα καταφέραμε γιατί δεν υπήρχε θέση, μόνο δεύτερος εξώστης χωρίς αρίθμηση, μαξιλαράκι ή σκαμνάκι, ευχαριστώ δε θα πάρω, θα μείνω το βράδυ μέσα να δω Σούπερντιλ ή να λύσω κανένα Σουντόκου από τον τόμο που αγόρασα πρόσφατα, τελικά μας έδωσαν κάτι εισιτήρια από την Εστία και πήγαμε σε μια περφόρμανς, ωραία, πήραμε και μια γεύση από την Αθήνα με τις 300 καλλιτεχνικές παραγωγές το έτος (το Λονδίνο φτάνει δε φτάνει τις 30), γυρίσαμε ξημερώματα ψόφιοι στο Άργος αλλά ευχαριστημένοι. Το επόμενο βράδυ τα παιδιά είχαν κανονίσει με την παρέα τους να πάνε οι μισοί στο Βέρντι κι άλλοι μισοί στον Δάντη. Μπράβο επιλογές, εγώ στην ηλικία τους όχι Βέρντι δεν ήξερα αλλά ούτε και τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη, τα παιδιά πολύ προχωρημένα σήμερα, ακούν από τόσο μικρή ηλικία όπ
ερα, εγώ ποτέ δεν μπόρεσα να την ακούσω. Τρόμαξαν να μου εξηγήσουν ότι δεν πρόκειται για τον γνωστό Βέρντι, το Τζουζέπε τον Ιταλό, αλλά για Έλληνα ονόματι Νίκο Βέρτη. Μας μένει ο Δάντης. Βέβαια, το θέμα είναι τι θα γίνει μ’ αυτόν, θα ακούσουν ίσως μες στις γιορτές καμιά απαγγελία της Θείας Κωμωδίας του μεγάλου ποιητή, Ιταλού κι αυτού, ή μήπως διασκευάζοντας υλικό της Θείας Κωμωδία έχουν φτιάξει κάποιο θεατρικό, κι εκεί μου εξήγησαν ότι δεν πρόκειται για τον γνωστό Αλιγκιέρι τον Φλωρεντινό, αλλά για κάποιον δικό μας, Χρήστο, που τραγουδάει σε κέντρο νυχτερινό. Πάει καλά, τα παιδιά ξέρουν καλύτερα, εγώ έχω μείνει πίσω πολλούς αιώνες. Άσε που, εδώ που τα λέμε, κι εγώ αν ήμουν στη θέση τους δε θα πήγαινα σε όπερα μέρες που είναι (εκτός αν μου έδιναν εισιτήριο από την Εργατική Εστία) ούτε θα ξενυχτούσα ακούγοντας στίχους από την Κόλαση και το Πουργατόριο του Δάντη, του Φλωρεντινού. Καλύτερα κάτι πιο απλό, πιο εύπεπτο, πιο στα μέτρα μας, με φώτα και στολίδια, εορταστικό που λέμε, να ξεσκάσουμε, λίγο βρε αδερφέ, μετά από τόση κούραση. Ανήμερα τα Φώτα μάς ήρθε κι ο σεισμός από το Λεωνίδιο, πολύ τον ευχαριστηθήκαμε.
Ρίξτε μια ματιά στον κόσμο μας: σκουπίδια κι απόβλητα, κάπνα, καλώδια και άσφαλτος, ασκήμια παντού. Για λίγες μέρες όμως θα προσπαθήσουμε όλοι όλα αυτά να τα καλλωπίσουμε, να τα κρύψουμε δηλαδή. Δεν είναι μόνο κάθε προεκλογική περίοδος που δημιουργεί την υποχρέωση σε κάθε κυβερνώντα να αναλωθεί σε έργα και εργάκια για να δείξει ότι ενδιαφέρεται κι ότι μοχθεί για το κοινό καλό με επιδιορθώσεις, επικαλύψεις, ασφαλτοστρώσεις, φωταγωγήσεις και άλλα στολίσματα. Και η γιορτή των Χριστουγέννων είναι που ωθεί όλους μας να ξεχάσουμε για λίγο την ασκήμια που μας περιβάλλει. Να στολίσουμε τα σπίτια μας, το δρόμο, τις πλατείες μας, να φωταγωγήσουμε τα μέγαρα, να στολίσουμε τις βιτρίνες, να γεμίσουμε τα πάντα με διάφορα μπιχλιμπίδια. Για να γιορτάσουμε τις άγιες μέρες... για να κρύψουμε για λίγο την ασκήμια μας.
τη γέννα εκείνη που συντάραξε την ανθρωπότητα. Θα προβληματιστούμε για πολλοστή φορά: «Με σε στάβλο; Γιατί γεννήθηκε εκεί; Καλά, τα ξενοδοχεία γεμάτα! Δε βρέθηκε όμως ένας χριστιανός ν’ ανοίξει την πόρτα του σε μια φτωχιά ετοιμόγεννη γυναίκα και τον άντρα της για να γεννήσουν σαν άνθρωποι! Σε φάτνη των αλόγων;» Ένα δάκρυ τότε θα κυλήσει από την άκρη του ματιού μας μπροστά στη γέννηση του φτωχού ανθρώπου, θα τζιτζιρίσει λίγο την καρδιά μας, θα την τυλίξει -αυτό το ιλλουστρασιόν δάκρυ- και θα την ετοιμάσει για δώρο στον οποιονδήποτε πάσχοντα και αναξιοπαθούντα συνάνθρωπο. Τόσο ευάλωτοι γινόμαστε. Και για τόσο λίγο.
Ουδείς πλέον αμφισβητεί ότι η εν δυνάμει θεατρική «πελατεία» υπονομεύεται από τον μέγιστο μαζικό αισθητικό διαιρέτη τον οποίον παγκοσμίως ορίζει ο μεταμοντερνισμός της όρασης και της τηλεόρασης. Έτσι, ακόμη και τα πιο σοβαρά αλλά αναγκαίως και εμπορικά σχήματα καταφεύγουν σε έργα που θα εξασφαλίσουν την ανοχή, την αντοχή άρα και μία επαρκή δόση αυτοαναγνωρισιμότητας του μέσου υβριδιακού θεατή. Άλλωστε το ανήσυχον της ζήτησης και εν ταυτώ αναζήτησης του καλλιτεχνικού ιδιώματος μέσα από την αυτοκαταστροφική εν πολλοίς επιλογή και εκλογή ταυτοχρόνως του συγκεκριμένου έργου, δηλώνει μία αναπόδραστη στάση ζωής εν τω γίγνεσθαι της καλλιτεχνικής καθημερινής παραγωγής αλλά και μία αντιμετώπιση της πραγμάτωσης της ζωής εν τω μέσω ή πλησίον -τόσο με την θρησκευτική έννοια που υποβάλλει η λέξη όσο και με την κοινωνιολογική της σημασιολογική απόχρωση- της υποκριτικής. Και είναι αυτή -η υποκριτική- το ένα από τα ζητούμενα του ανήσυχου συλλέκτη της δημιουργικής μυσταγωγίας μιας θεατρικής πράξης, άρα και μιας πράξης ζωής. Το άλλο δεν μπορεί παρά να είναι η διαρκής και γόνιμη παρέμβαση τόσο στο πλέγμα των διαπροσωπικών σχέσεων του κοινού, δηλαδή ο επαναπροσδιορισμός άνευ όρων των ορίων των καθημερινών μας προσδοκιών περί του άλλου, του γείτονος και εν ταυτώ πλησίον, όσο και στο πλέγμα των εσώτερων ψυχολογικών ταλαντώσεων του υποκειμένου, το οποίο τότε και μόνο τότε, όταν γνωρίσει τον ορισμό του και τον επαναπροσδιορίσει γόνιμα και συνειδητά, δύναται να αντιληφθεί το μέγεθος της συντελούμενης αναδόμησης του εαυτού. Με λίγα λόγια θέλω να πω ότι ουδείς δικαιούται να αναφέρεται σε ψυχογραφικές μέριμνες των συγκρουόμενων κόσμων του θεατή, αν δεν έχει προηγουμένως λύσει, όχι άπαξ διά παντός γιατί τα πράγματα αυτά ξεκινούν από τη λύση και δεν δύνανται να προχωρήσουν πολύ πέραν αυτής, την υποκειμενική αντίδραση στα κοινόχρηστα μοτίβα, που, όπως θα έλεγε και ο Τάδε, εξυπονοούν την ψυχρότητα της αφαίρεσης μόνο αν ο καλλιτέχνης αποφεύγοντας τους περιττούς μελοδροματισμούς οδηγηθεί μέσα από την αριστοτελική υποκριτική στην ποιητική και φιλοσοφική θεώρηση της υποστασιοποιημένης δράσης. Οι αγκυλώσεις ασφαλώς θα είναι πολλές, το παρελθόν θα δρα καταλυτικά επάνω στον αγωνιζόμενο καλλιτέχνη, στην αγωνιώσα συνείδηση της έκφρασης και αυτοέκφρασης συνάμα. Όμως δύνανται και αυτές να υπερκερασθούν, αν από τη μια μεριά ο αιχμάλωτος σημερινός θεατής αγνοήσει τις τηλεοπτικές και διασκεδαστικέ
ς -με την μπερξονική έννοια ασφαλώς- πιστώσεις και από την άλλη αν αφεθεί με εμπιστοσύνη στην πνευματική μαγεία και εν πολλοίς δοκιμασία της σκηνικής υπερεξουσίας. Δηλαδή αν παραδοθεί ολοκληρωτικά σ' αυτόν τον αντικειμενικό και ταυτοχρόνως υποκειμενικό διδακτισμό, τον οποίο όμως είναι ανάγκη να τον θεωρήσει ως μέσον και όχι αυτοσκοπό, αν θέλει να φθάσει με συνέπεια στην πεμπτουσία της συγκινισιακής θερμοκρασίας του σκηνικού περιβάλλοντος χωρίς να αφυδατώσει τα εσωτερικά εκείνα στοιχεία του που θα του επέβαλλαν μια συγκεκριμένη και συγκροτημένη αντίδραση για ανάσχεση της πεπερασμένης για τη σημερινή θεατρική εικόνα κλωντελικής εσωτερικής συνομιλίας. Α πριόρι, θα πρέπει να έχει τονιστεί στον εν δυνάμει και όχι ενεργεία θεατή ότι τα σύνορα μεταξύ μιας αριστοτελικής και μιας επικής ανάγνωσης του θεατρικού κειμένου έχουν πλέον καταρριφθεί αλλά και απορριφθεί, ότι οι κοινωνιολογικές από σκηνής αναλύσεις θεωρούνται τελειωμένες ήδη από τον Ευριπίδη, ότι οι υποχρεωτικές ευθύγραμμες σκηνικές παρεμβάσεις και παρεκβάσεις δεν μπορούν να ακολουθήσουν τον πυρήνα του έργου που εκρήγνυται, αλλά πιστοποιούν την ύπαρξη μια αδιάφορης, γι' αυτό και αβέβαιης πορείας και στάθμης μιας θεατρικής άρα και οντολογικής πραγμάτωσης και τέλος ότι τα πάντα δεν μπορούν πια να έχουν την αφετηρία τους από το μηδέν. Ένας ευπρόσωπος εκπρόσωπος του δραματολογίου δεν μπορεί να είναι και απρόσωπος. Το ζητούμενο πρόσωπό του -είτε αυτό είναι αληθινό πρόσωπο είτε είναι προσωπείον (με την αρχαιοελληνική της σημασία η λέξις)- αποτελεί το ζητούμενον σε κάθε παράσταση, δηλαδή είναι μια άλλη διάσταση της υπόστασης μιας συνεχούς και αέναα υποστηριζόμενης ψυχολογικά κατάστασης, δηλ. μιας καταστασιακής δράσης, με τη χαϊντεγκεριανή έννοια της λέξης ασφαλώς όπως θα έλεγε κι ο Γιώρεγος Τάδε.
Η είδηση λέει ότι στην Κύπρο σκοτώθηκαν 46 μαυροκιρκίνεζα. Δε σκοτώθηκαν μόνα τους, βέβαια. Τα σκότωσαν κυνηγοί. Ας μην σπεύσουν όμως οι κυνηγετικές οργανώσεις να πουν ότι δεν πρόκειται για συνειδητούς κυνηγούς, ότι οι σωστοί κυνηγοί προστατεύουν τη φύση, αγαπούν τα ζώα, το πολύ να μαζεύουν κανένα χόρτο και λοιπά. Όχι! Οι κυνηγοί είναι και λέγονται κυνηγοί, επειδή κυνηγούν. Και κυνηγούν ως επί το πλείστον ζώα. Και τα κυνηγούν όχι για να τα πιάσουν και μετά να κυνηγούν –εναλλάσσοντας τους ρόλους- τα ζώα τους κυνηγούς, όπως το παλιό παιχνίδι «άλλος, σ’ έπιασα, εσύ τώρα», αλλά για να τα σκοτώσουν. Κι όταν τα σκοτώνουν, τα κρεμούν επιδεικτικά έξω από το αυτοκίνητο και επιστρέφουν χαρούμενοι. Κι όταν έρχεται η ώρα, αφού τα έχουν ετοιμάσει (τα έχουν ξεπουπουλιάσει, καθαρίσει και μαγειρέψει) έρχονται κι οι φίλοι τους και πίνουν ένα κρασί στο τραπέζι συζητώντας για τις επιτυχίες τους στο κυνήγι. Αυτοί είναι οι συνειδητοί, οι σωστοί κυνηγοί, λένε. Που ικανοποιούν το αρχέγονο και βαθιά ριζωμένο ένστικτο του ανθρώπου. Το ένστικτο του κυνηγού. Λένε.
υλιά του είδους του, χωρίς να ξέρει τι το περιμένει. Φαντάζομαι ότι στη σκέψη της ματιάς του έχει ουρανούς και δάση και νερά. Φωλιάζει σε δέντρα και σε βράχια. Είναι πουλί μοναχικό, έχει συνήθως ένα σύντροφο σε όλη του τη ζωή και ζει οικογενειακά. Σπίτι-δουλειά-σπίτι. Ο πληθυσμός του, όμως, μειώνεται αισθητά. Ευθύνονται οι αλλαγές στο κλίμα, τα φυτοφάρμακα και η καταστροφή των βιοτόπων της Αφρικής και της Ευρώπης. Ευθύνονται και οι κυνηγοί. Όχι οι ασυνείδητοι. Οι κυνηγοί. Που αποδεκάτισαν σαράντα τόσες οικογένειες.
Φέτος συμπληρώνονται 180 χρόνια από το θάνατο του Γερμανού ποιητή Γουλιέλμου Μύλλερ. Ψέματα! Τίποτα δε συμπληρώνεται φέτος. Και κανείς δε θυμάται τίποτα. Γιατί όλοι μας πια -και περισσότερο εμείς οι Νεοέλληνες- τους ποιητές τους αγνοούμε. Πάλι καλά. Σε άλλους, πιο δίσεκτους, καιρούς, «είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς»! .Ποιος είναι ο Γ.Μύλλερ; Γιατί θα έπρεπε να εορτάζεται κάποια επέτειός του; Γιατί, τέλος πάντων, ο κόσμος θα έπρεπε να τον θυμάται; Όσοι γνωρίζουν τον Σούμπερτ, ακούν και αγαπούν τα εξαίσια τραγούδια που δώρισε στον πολιτισμό, δεν κάνουν αυτή την ερώτηση. Αυτοί ασφαλώς γνωρίζουν το Χειμωνιάτικο Ταξίδι ή την Ωραία Μυλωνού. Σήμερα ειδικά, μια κρύα μέρα του Νοέμβρη μ' ένα βασανιστικό ψιλόβροχο να λασπώνει τον κόσμο, τα φημισμένα Lieder του Φραντς Σούμπερτ πάνω στον κύκλο ποιημάτων με τίτλο «Το Χειμωνιάτικο Ταξίδι» του Γ.Μύλλερ φαίνονται σαν να αποτελούν πυξίδα για κάθε ταξίδι σ' όλους τους χειμώνες των ανθρώπων, στους χειμώνες της ζωής και της σκέψης, του συναισθήματος και των ιδεών. .
πως το ενδιαφέρον μας το μονοπωλεί το νερό και η κατάστασή του.
κουν καθαρό και επιτιμούν τον υπάλληλό τους που δεν είδε καλά εκείνο το σκοτεινό πρωινό και το είδε μαύρο το νερό. Αλλά ουαί κι αλίμονο στο νερό αν καμιά φορά δεν πληροί τις υποχρεώσεις του. Αμέσως και χωρίς να ντρέπονται στέλνουν ανακοίνωση στον τύπο κι έχουν κι αυτοί το κεφάλι τους ήσυχο. Δεν παίζονται οι άνθρωποι και δεν παίζουν μ' αυτά οι άνθρωποι. Την υπογραφή τους βάζουν. Αν κάποιος μετά πίνοντας νερό πάθει ό,τι πάθει, η Επιχείρηση έχει το κεφάλι της ήσυχο και τα χέρια της καθαρά. «Εγώ, κύριοι, σας ειδοποίησα. Ουδεμίαν ευθύνη φέρω, λοιπόν. Αν εσείς κάνετε του κεφαλιού σας κι επιμένετε να πίνετε νερό από αυτό που εγώ θεωρώ ακατάλληλο προς πόσιν, την αποκλειστική ευθύνη έχετε εσείς». Έτσι είναι. Έτσι μιλά η υπευθυνότης.
χρόνων. Δεν την περίμενα τόση κακία από έναν έφηβο, από τη στιγμή μάλιστα που τίποτα μέχρι τότε στην προσωπική μου ζωή δε δικαολογούσε τόση εχθρότητα. Περιττό να πω πως η πληγή αυτή δεν έκλεισε. Ακόμη τη νιώθω να με πονάει στην υγρασία που με ζώνει. Ίσως γιατί ήταν η πρώτη, παρέμεινε και η πιο επώδυνη.
…τε
αρκετών επιστημονικών σωματείων κ.λπ. κ.λπ., τίποτα δηλαδή τόσο σπουδαίο για να υπάρχουν τρεις στήλες και έγχρωμη φωτογραφία· ούτε καν καλός δάσκαλος για τους φοιτητές του δεν υπήρξε, κατά την προσωπική –άρα και υποκειμενική- φτωχή μου γνώμη. Τέλος πάντων. Επισπεύδω –το ξέρω ότι μακρηγορώ, αλλά είναι ίσως πάνω από τις δυνάμεις μου. Αν σκεφτεί μάλιστα κανείς ότι επιλέγω μόνο «προσωπικότητες» εξ Ελλάδος, μπορεί να καταλάβει τη δυσχερή θέση μου: να πολυλογώ και να γνωρίζω ότι πολυλογώ. Να διαβάζω άχρηστα λήμματα, να τα σχολιάζω και να ξέρω ότι είναι άχρηστα. Ουίλλιαμ Μπαζιώτης (1912-1963), αμερικανός ζωγράφος ελληνικής καταγωγής, συν φωτογραφία… Φτάνω! Γιώργος Μπακαλάκης, αρχαιολόγος, καθηγητής Πανεπιστημίου, τρεις στήλες κι αυτός κι έγχρωμη φωτογραφία, Μπαλής Γεώργιος, Μπάλλας Παναγιώτης, Μπαμπινιώτης Γεώργιος, όλοι καθηγητές Πανεπιστημίου με αξιόλογο (αλίμονο) έργο, ο καθένας στην ειδικότητά του, και με έγχρωμες φωτογραφίες άπαντες. (Θα πρέπει να έχει πάντως κάποια ιδιαίτερη σημασία να μου παρέχεται και η φωτογραφία του Μπαμπινιώτη κι όχι μόνο το επιστημονικό του έργο, με τόσες λεπτομέρειες μάλιστα.). Μπάντεν-Πάουελ (όχι ο μουσικός), ο άγγλος στρατιωτικός που ίδρυσε τον προσκοπισμό. Να, όπου να ’ναι θα παρουσιαστείς κι εσύ, κάπως στριμωγμένος αλήθεια ανάμεσα σε καθηγητές, πολιτικούς, και στρατιωτικούς… Μπαρζανί… Μπαρίσνικωφ (σε περάσαμε; Όχι, είσαι με δύο ρ εσύ). Παρακάτω, λοιπόν: Μπάρμπερ, Μπάρνετ, Μπαρντό, Μπαρόν, Μπαρόχα, Μπαρράς, Μπαρρές, Μπάρρι… Εδώ είμαστε, στην επόμενη σελίδα. Μπάρρι συνέχεια, Μπάρροουζ Ουίλλιαμ, Μπάρρυ, Μπάρρυμορ, Μπαρρώ, Μπαρτ…!!!
Αισιοδοξία, σύμφωνα με τα χαρτιά, είναι η ευνοϊκή αντίληψη του ανθρώπου για τον κόσμο και τη ζωή, η πίστη και η προσδοκία για τη θετική έκβαση όλων των ζητημάτων που τον απασχολούν. Αυτό στα χαρτιά. Στην καθημερινή ζωή, στην πραγματικότητα που μας περιβάλλει, προσωποποίηση της αισιοδοξίας αποτελεί ο Νεοέλληνας. Και στην περίπτωσή του σημαίνει το μόνιμο χαμόγελο απέναντι σε όλους και σε όλα, σημαίνει την αποδοχή ότι ο αυτός είναι το μόνο «λογικό» ον του πλανήτη που μπορεί ακόμη να πιστεύει ότι όλα τα πράγματα του κόσμου βρίσκονται στην καλύτερη δυνατή κατάσταση.
νουν πονηρά το μάτι σαν να του λένε «κι αυτό θα περάσει»; Τους έχει. Υπομονή, ευρωπαϊκά πακέτα, πολυκομματική βουλή με πολιτικούς που θέλουν να του πιάσουν το χέρι; Έχει. Λύσεις; Τις έχει και σε υπεραφθονία μάλιστα. Σωστό υπερκατάστημα λύσεων η ζωή μας. Δεν πάει καλά η δημόσια παιδεία; Θα την ιδιωτικοποιήσουμε! Δεν παν καλά τα ναυπηγεία; Θα τα αποκρατικοποιήσουμε! Δεν πάει καλά η κυβέρνηση; Θα την αναδομήσουμε! Δεν έχει φτερά; Έχει πούπουλα! Καίγονται τα δάση και τα σπίτια μας; Θα βρεθούν τα χρήματα να τα ξαναφτιάξουμε καλύτερα! Πλημμύρες; Αντιπλημμυρικά έργα! Τα σπίτια μας γκρεμίζονται με τους σεισμούς; Τα καινούρια θα τα χτίσουμε αντισεισμικά! Παλιώνει ο αρχηγός; Θα εκλέξουμε άλλον! Παντού και πάντοτε η λύση, η τέλεια απάντηση, η αισιοδοξία, το χαμόγελο.
γελάσω και γέλασα, να κλάψω κι έκλαψα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο λεβέντικο, πιο πικραμένο, πιο αληθινό και πιο ειλικρινές απ’ αυτό το βιβλίο. Μα δεν κάνω παρουσίαση του βιβλίου, δεν το αξίζω, το είπα. Τα κομμάτια μου μαζεύω μετά από το διάβασμά του.
έξη είναι το «θα». Ένα μόριο. Το μόριο των απανταχού υποψηφίων.
ογελάει και χαιρετάει, γιατί από εκείνη τη στιγμή λέγεται βουλευτής σκέτος. Και τους περισσότερους σταυρούς έχει το όνομα εκείνου του υποψήφιου που τύπωσε τις περισσότερες αφίσες, που γέμισε όλους τους τοίχους και τις μάντρες των σπιτιών και που λέρωσε με τα χαρτάκια με το όνομά του όλους τους δρόμους.
ά του και τελειώνουν όλα του τα βάσανα. Ούτε σε ουρές περιμένει πια ούτε ψάχνει να βρει εισιτήριο για το ματς ή για το σινεμά ούτε ψάχνει να βρει θέση στο θέατρο -αν πάει καμιά φορά. Αλλά ούτε και στην ταβέρνα πληρώνει ούτε και στο σουπερμάρκετ ή στη λαϊκή ψωνίζει (δεν έχω δει ποτέ βουλευτή στο σουπερμάρκετ με το καροτσάκι του ή στη λαϊκή να ψωνίζει στους γύφτους). Μπορεί ακόμη να αγοράσει πάμφθηνα και διαμέρισμα στο Κολωνάκι, στο Λονδίνο ή στο νησί της κυρά-Φροσύνης στα Γιάννενα και να το έχει για το παιδί του, όταν θα περάσει στις εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο στην Αθήνα ή -αν δεν είναι και πολύ καλός μαθητής- στα Γιάννενα. Αλλά και αν δεν περάσει στην Ελλάδα μπορεί να το στείλει στο Λονδίνο να σπουδάσει Οικονομικά και να μένει στο διαμέρισμά του εκεί. Αγοράζει και πολύ φτηνά ένα αυτοκίνητο Μερσεντές και μετά από δύο μήνες το πουλάει ακριβά, και με τα λεφτά που παίρνει μπορεί να αγοράσει δυο καλύτερες Μερσεντές κ.ο.κ. Κάθεται πάντα στην καλύτερη θέση στο θέατρο, άμα πάει καμιά φορά, ή στο γήπεδο, που πηγαίνει πιο συχνά, και όλοι τον φωτογραφίζουν. Γι' αυτό ο βουλευτής πρέπει πάντα να φοράει γραβάτα.
έχει πολλές επιθυμίες, ορέξεις, μανίες και βίτσια. Είναι αχόρταγος. Θα είναι ψεύτης όποιος ισχυριστεί ότι είναι νορμάλ και ολιγαρκής, ότι του φτάνει το ένα αυτοκίνητο, ας πούμε, το ένα σπίτι, η μια τηλεόραση, η μια τουαλέτα, η μια γυναίκα. Καταλαβαίνει και μένα, λοιπόν, ο φίλος αναγνώστης. Εμένα που περίμενα χρόνια πολλά να φτιάξω ένα σπιτάκι της προκοπής, να σκεπάσω κι εγώ το κεφάλι μου μ’ ένα κεραμίδι. Βέβαια, το κεραμίδι δε θα μπορούσε ποτέ να είναι μόνο του, ψέματα; Περίμενα υπομονετικά, το μελετούσα, έκανα δουλειές, αρπαχτές αφορολόγητες, προγράμματα από την Ένωση, μάζευα χρήμα και στο τέλος τα κατάφερα. Κι όχι μόνο πέτυχα να χτίσω το σπίτι των ονείρων μου, αλλά κατάφερα και τους περιοδικούς να ενδιαφερθούν για την αρχιτεκτονική του, να αυτοπροσκληθούν και να μού ’ρθουν να το δουν και να τραβήξουν φωτογραφίες απ’ τους εσωτερικούς και εξωτερικούς του χώρους. Για να τις βάλουν στο περιοδικό, ντε! Περηφάνια, άνεση, ευτυχισμένη κατάληξη. Να βλέπεις τους άλλους, που ξέρουν κι από σπίτια, ξελιγωμένους μπροστά στα τετραγωνικά σου, στα εντοιχισμένα σου, στα ανακλινώμενά σου, στη δορυφορική σου με το πιάτο το μεγάλο να στριφογυρνάει πάνω στα κεραμίδια ψάχνοντας στο διάστημα για εικόνες και ήχους, στις χωνευτές ημίδιπλες και τρίδιπλες, στη σάουνα και στο γιακούζι, στο home cinema house στο υπόγειο. Και το ψυγείο που βγάζει λιωμένο πάγο από ένα πρόστυχο βρυσάκι μπροστά, πού το βάζεις; Ο καταψύκτης, αόρατος και όμως υπαρκτός; Το μεταλλικό σύνθετο στο δεύτερο σαλόνι; Το Μπιεντόου; Οι σκάλες οι εσωτερικές οι μαρμάρινες, ρε, με το γυαλιστερό λευκό Διονύσου, που να ντρέπεται όποιο φουστάνι περπατά επάνω του για ανακλώμενες αποκαλύψεις; Τελεκόμ; Φαξ; Και γαμώ τα σπίτια και τους εξοπλισμούς! Μπορώ να μην είμαι ευτυχισμένος τα βράδια που ξαπλάρω στο στρώμα με το νερό; Με τους καθρέφτες μου, με το ιδιαίτερο μπάνιο στην κρεβατοκάμαρά μου, με τους ατμούς που ξεπηδούν από τις τρυπίτσες της στρογγυλής μου μπανιέρας και με καίνε γλυκά, μου απορροφάν την κούραση και μου χαρίζουν γαλήνη ψυχική, πνευματική μα πάνω απ’ όλα γαλήνη υλική. Αυτή που με διαβεβαιώνει ότι και την επόμενη μέρα εγώ θα ρυθμίσω τη θέρμανση μ’ ένα μικρό, κρυφό κουμπάκι.
Ευημερία θα πει ωραίες ημέρες. Μπορώ να μην κάνω το σταυρό μου κάθε φορά που αντικρίζω το χώρο μου; Όταν ξυπνώ τα πρωινά με εφιάλτες νωπούς ακόμη από χρόνια περασμένα, τότε που γύριζα ξεβράκωτος κι έψαχνα να’ βρω την καλή κι ας φιλούσα και μερικές κατουρημένες ποδιές! Μπορώ να μη δοξάζω το Θεό κάθε πρωί, όταν πετώ από πάνω μου τα σατέν κι ανοίγοντας το λευκό κόπλαμ βυθίζω το βλέμμα μου στο καταπράσινο καλοκουρεμένο γκαζόν που απλώνεται μπροστά μου! Κι αργότερα, -χαρά Θεού!- όταν πλακώνει ο δίσκος με τα αυγά, την πορτοκαλέιντ και το ζαμπόν. Αυτό είναι! Γκαζόν και ζαμπόν! Το δίπτυχο της επιτυχίας, το ανίκητο δίδυμο, που έλεγε ο άνθρωπος που με ανέβασε, ο γκουρού μου. Ήταν αυτός που με εμπιστεύτηκε και μου έδωσε την πρώτη μου ευκαιρία να βγάλω το πρώτο μου εύκολο χρήμα. Για να ακολουθήσουν μετά οι προμήθειες και τα άλλα, τα πιο εύκολα ακόμη. Ζαμπόν και γκαζόν! Πόσο δίκιο είχε τώρα μόνο μπορώ να το καταλάβω.
|
Hellas Blogs: Evia Blogs (Εύβοια) Arcadia Blogs (Αρκαδία) Korinthos Blogs (Κόρινθος) Kavala Blogs (Καβάλα) Serres Blogs (Σέρρες) Pella Blogs (Πέλλα) |
![]() |
Copyright © 2008 Argolida Blogs Πληροφορίες για το site Καταχωρήστε το δικό σας blog |
Last Update: 29.07.2010 22:10:48 |
